Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008




Η παράβαση των εντολών του Θεού, νοείται αμαρτία. Η διεργασία ωστόσο, που στην ψυχή λαμβάνει χώρα πριν, κατά και μετά την παράβαση, ούτε απλά ορίζεται, ούτε μονοσήμαντα μπορεί να ερμηνευτεί. Τα ανθρώπινα μάτια ζυγίζουν ποσότητες ορατές, αλλά η παρουσία της ψυχής, η κίνησή της στην ύλη και η επιστροφή της στο καθημερινό αιώνιό της, είναι ουσία μυστική και μυστήρια. Μια πράξη ή και απραξία, η δήλωση αμαρτωλότητας ή αγιότητας, η κατά τα ανθρώπινα δικαίωση ή καταδίκη είναι τόσο σχετική ιστορία. Και αφού κάθε ψυχή είναι τόσο ξεχωριστά ιδιαίτερη και ίσως μοναδικά κεχαριτωμένη, θεωρώ άδικο να κρίνω τα φαινόμενα. Η πάλη της ψυχής και η αντίστασή της, στο μέτρο των δυνάμεών της, είναι φαινόμενο ουσιώδες, αλλά στις αισθήσεις τρίτων επιλεκτικά αντιληπτό... Η σιωπή δε, της όποιας συναίσθησης, είναι αρμονία απείρου και γέννημα αιωνίου. Δια των οδών των αισθήσεων αμαρτάνω και στη σιωπή επιστροφές ζητώ. Με λαχτάρα αδιάκοπη, αλλά κάποτε ταλαιπωρημένη, μια έτσι, μια αλλιώς. Ισορροπία μιας ατελεύτητης τελειότητας, σε δεδομένα ανθρώπου γνωστά ή πιότερο ξένα, το ζητούμενο. Και πορεία στη γη και μόνο πέρασμα.




-Στην Ελληνίδα, για το κάλεσμα στο παιγνίδι των 7 θανάσιμων αμαρτιών, που έκανα ζαβολιά αλλάζοντάς το, προκειμένου να ανταποκριθώ.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008



Ακίνητη κίνηση κλεισμένη σε κλικ, δυναμική οπτική γράφει θολά στην εικόνα. Καρούλι τριγυρνά κλέβοντας της στιγμής την απόλαυση, ματιές γεμάτο. Και σκέψεις περιελίσσονται, μνήμες γεννώντας στην ανέλιξη. Ζωή, σε χρόνο τρίστρατο και αγάπη.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008




Ακόμα ένα κρεμαστό χαμόγελο. Σε μια εικαστική πάλη να σε φτιάξω πίνακα χαράς. Δε φτάνει η παλέτα μου κι η έμπνευση θέλει την πνοή σου. Δάκρυά σου πάλι με κοιτάζουν. Ταξίδια εντός μου, γεννούν. Μη σου πω και εκτός, χωρίς τη συνήθη επιστροφή, μακρινά. Με τέτοια διάθεση κράτησα το τιμόνι. Σε μια παράλληλη της ζωής διαδρομή. Με κατεύθυνση αντίθετη. Έρχεται ο καιρός αυτό νιώθω. Όταν σεργιανά η λογική σε συναισθήματα, μας κυκλώνουν σύνδρομα με περίεργα ονόματα. Αγκάλιασε τη στιγμή και γέμισε στην απλή ευτυχία της. Ανέβα τρεις ορόφους και άλλαξε διάθεση. Χόρτασε ορίζοντα και γέμισε όνειρα. Δέξου την ευλογία απλά. Και μην ξεχνάς πως τυχαία δε γίνεται τίποτα. Κοίτα με! Δε χωρώ να σε κοιτώ έτσι, όπως δε σε ξέρω! Κλείδωσε τον πανικό στο αίθριο, να χαζεύει καράβια. Κι άνοιξέ του, όταν θα μπορεί να απολαύσει τον καφέ χαλαρά και ευγνώμονα, σε σπίτι γεμάτο πνοές, γέλια και σκανδαλιές και μνήμες ολοζώντανες… Είμαστε… Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της Ζωής. Ακούμπησες σε κόσμους την καρδιά και πίσω αιώνιο γυρνάει. Κι όλο γεννά, καρδιά που δεν τελειώνει!
Σιωπώ, γιατί με ξεγελά, aυτή η see through δυσθεώρητη διάσταση. Ντύνει όσα γύρω κοιτώ, στολίζει, όσα δε δύναμαι να βλέπω. Εντός γεννά ανατολές και κόσμους φωτίζει αδιαλείπτως. Δυνάμεις ενεργεί στα πρόσωπα, καρδιές γεμίζει ουρανούς και μάτια λάμπουν ήλιους. Απλώνω χέρια ίριδας, τόξο ουράνιο φιλίας. Στα γόνατα αφήνω τη Ζωή, το Θαύμα της Αγάπης... Συ μοι έδωκας...

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008





Μαζεύω μέσα στη χούφτα τις στιγμές, κλείνω σε κούτες τον κόσμο. Τις σπιθαμές της γης, που ίσως με μένα πότισα, πατρίδα μου κρατάω [Ο. Ελύτης: επειδή τα δάκρυα είναι και αυτά Πατρίδα που δε χάνεται κει που γυαλίσαν κάποτε ύστερα η αλήθεια ήρθε]. Σηκώνω στα χέρια τη ζωή. Ένα βήμα παρακάτω. Σε νέα βάση αφήνω άλλη ματιά. Ανοίγω παράθυρα οριζόντων. Προσεκτικά ακουμπώ τα εύθραυστα. Και στην καρδιά χάδι-χαμόγελο, φυλά τα πολύτιμά μου. Χτίζω το χώρο νοερά, τα άυλα με τέρψη να γεμίσω. Επανατοποθέτηση. Συντεταγμένη σταθερή εντός κι εκτός στροφή μόνο της κεφαλής μου. Η άλλη όψη μετακόμισε. Και στη σάλα, ντυμένη στα χρόνια με φορέματα μακριά, η προσδοκία… «Καλωσόρισες»…